Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

Μπέρτολτ Μπρεχτ-Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ

(Του Δημήτρη Αμπατζόγλου)
Η λαϊκή φιλοσοφία στηρίζεται συνήθως στις παραβολές όπως και η θρησκεία. Στον Βαλκανικό χώρο υπάρχει ο Νασρεντίν Χότζας και τα διάφορα πρόσωπα-θρύλοι του Βυζαντίου και της Μέσης ανατολής. Το άθροισμα των των αποφθεγμάτων πάντα έχει ένα πρόσωπο. Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ αν και τον έχει πιάσει η βαριά διανόηση δεν ξεχνά αυτήν την ρίζα που έχει στο πόπολο. Φτιάχνει έναν μικροαστό με την υποτυπώδη, κατ’ αυτόν, μόρφωση και τον ονοματίζει “Κύριο κανένα”. Ίσως να μοιάζει λίγο με αντιγραφή της Οδύσσειας, όπως ο “Κύκλος με την κιμωλία” που παραπέμπει στον Βασιλιά Σολομώντα , αλλά ο συγγραφέας ως λάτρης του ορθολογισμού αντλεί από το παραμύθι για να μπορέσει να δώσει τις μικρές καθημερινές αλήθειες.
Φυσικά αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Δυστυχώς το κοινό που απευθύνεται μαδάει πολύ συχνά μαργαρίτες. Ο Μπρεχτ είναι λάτρης της αλήθειας και της λογικής που τις παρουσιάζει μ’ έναν περίτεχνο, όμορφο υπερρεαλιστικό τρόπο. Η συρραφή από μικρές ιστορίες – διδάγματα είναι μια μακρόχρονη συλλογή φτιαγμένη σαν εύκολο ανάγνωσμα. Το ατύχημα είναι ότι δεν τις διαβάζει συνήθως ο άμεσα ενδιαφερόμενος που είναι η εργατική τάξη αλλά κάποιος που αντλεί τσιτάτα για να βγάλει κάποια κουλτουριάρα γκόμενα. Το βιβλίο πάντως αξίζει τη ανάγνωση μέχρι την τελευταία του λέξη.
Αν θέλετε να μάθετε την απόσταση σας από το τίποτα το προτείνω ανεπιφύλακτα. Ο Κύριος “Κανένας” είναι πιο κοντά μας απ’ όσο νομίζουμε. Πολλές φορές το μόνο που χρειάζεται είναι να κοιτάξουμε στον καθρέφτη.
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

ΤΕΤΡΑΔΙΟ

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2018

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι - Μια αξιοθρήνητη Ιστορία

(Του Δημήτρη Αμπατζόγλου)
Η Ευπρέπεια είναι κάτι που πηγάζει μέσα από τον άνθρωπο. Όπως και η ηθική είναι ένα σύνολο από αρχές που έχουν να κάνουν με τον εσωτερικό του διάλογο και σχετίζονται με την κοινωνική οπτική. Έλα όμως που αυτό δεν μπορεί να ισχύσει σε μια κοινωνία βαθμών, θέσεων και αξιωμάτων. Ο Συγγραφέας το μόνο που περιγράφει είναι το “αξιοπρεπές μεθύσι” του ήρωά μας στον κύκλο που τον προσκάλεσε ο προϊστάμενος του μέχρι την μετάβαση στο ξέφρενο του γάμου ενός υφισταμένου του. Τελικά ούτε η ποσότητα του αλκοόλ μήτε η διάθεση σε γλυτώνουν από τον προσωπικό εξευτελισμό.
Ο Ιβάν Ίγλιτς θα μπορούσε να είναι μια σύγχρονη καρικατούρα, υψηλόβαθμου στελέχους Ιδιωτικής ή Δημόσιας επιχείρησης (Μάλιστα ο Φιοντόρ αφήνει αιχμές για τον Τσαρικό στρατό που ισχύουν σε μεγάλο βαθμό για όποιον έχει υπηρετήσει). Η εξωτερική του ευπρέπεια που του προσδίδει το παράσημο του, δεν συνάδει με την εσωτερική του γελοιότητα, που πηγάζει από την δουλοπρέπεια στον ανώτερο το κυνήγι θέσης και του μισθού. Έτσι η μετάβαση στον γάμο το υφισταμένου του σε ένδειξη καλής θέλησης μετατρέπεται σε μια τυραννική επίδειξη ισχύος. Εδώ βλέπουμε και τις συνέπειες της υποτέλειας των ανθρώπων που έχουν την ανάγκη του γραφειοκρατικού ζυγού για να επιβιώσουν.
Το βιβλίο θέτει και τον ρόλο της Αγίας μικροαστικής οικογένειας, όπως θα τον βλέπαμε και σήμερα. Αξίες όπως η Αγάπη, ο έρωτας και η ομόνοια είναι απλά λέξεις. Το τσαρικό μοντέλο είναι πασιφανές στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Βιωματικά ταυτίστηκα με το βιβλίο, γιατί μου υποδείκνυε τις οικογένειες που γνώρισα. Ένα αξιόλογο σημείο, είναι οι σατιρικές δυνάμεις που εμφανίζονται για να κατασταλούν από το σύσσωμο κοινωνικό σύνολο, ακόμα και όταν υπερασπίζονται το καταπιεσμένο μέρος του. Τελικά το βιβλίο αντί για το “αξιοθρήνητη ιστορία” θα μπορούσε να έχει για τίτλο, “Οι άξιοι της μοίρας τους”.
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

ΤΕΤΡΑΔΙΟ

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2018

Λέων Τολστόι-Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς.

(Του Δημήτρη Αμπατζόγλου).
Πήρα το βιβλίο στα χέρια μου με κρύα καρδιά. Η εμπειρία μου με το “Πόλεμος και ειρήνη” καθώς και η ταύτιση του συγγραφέα με το Πόε στο επίπεδο της μακροσκελούς περιγραφής γενικά με τρόμαξαν. Φυσικά ανήκοντας στα ζώα που όταν τρομάζουν επιτίθενται το ξεκίνησα. Δεν χρειάστηκαν παρά μόνο δυο μέρες. Ο κουραστικός Λέων του προηγούμενου αναγνώσματος δεν υπήρχε.
Το βιβλίο θα στεκόταν και σαν σύγγραμμα του εικοστού πρώτου αιώνα. Μέσα στις γραμμές ξεπηδούσε η μικροαστική τάξη της οποιασδήποτε χώρας στον κόσμο. Ο Τολστόι λειτουργεί ως δαίμονας που μπαινοβγαίνει στο σώμα του άρρωστου ήρωα του, όπως κάνει η συνείδηση μας στο δικό μας κορμί, για να του δώσει στο τέλος ένα καλύτερο παυσίπονο από την μορφίνη που του δίνει ο γιατρός του.
Διαβάζοντας την κριτική δηλώθηκε ένα μίσος προς τις γυναίκες από τον συντάκτη της. Φυσικά ο κριτικός, παραβλέποντας τις ταξικές ανησυχίες του δημιουργού, δεν είδε ότι ο δημιουργός ουσιαστικά τα βάζει, με τον ρόλο της συζύγου όπως τον επιτάσσει η αστική τάξη τον 19Ο αιώνα. Η γυναίκα είναι ο ουραγός και ταυτόχρονα το θύμα στις εμμονές του νέου ανερχόμενου κυρίαρχου που είναι η αστική τάξη. Θολά παρουσιάζει την μετάβαση από την απόλυτη στην συνταγματική μοναρχία και αυτό είναι απόλυτα φυσικό σαν προστασία του κάθε κειμένου από την τσαρική λογοκρισία. Η αγνή μορφή του μουζίκου μέσα στο βιβλίο μπορεί να φαντάζει στις μέρες μας ξεθωριασμένη, όμως τότε ήταν μια ελπίδα που στις μέρες μας όποιος την ακολουθεί κατά πάσα πιθανότητα ζει σε ουτοπία. Οι ρώσικες ταβέρνες στην Ελλάδα μπορεί να έγιναν σκυλάδικα του χιλιομέτρου, αλλά αυτό είναι ένα άλλο πεδίο μάχης στον λεγόμενο “πόλεμο των τάξεων”.
Τελικά το βιβλίο κρύβει μια από τις αγαπημένες φράσεις που αργότερα το γνωρίσαμε σαν φιλοσοφικό απόφθεγμα του John Lennon. Ο δρόμος προς την επιτυχία βρίσκεται στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτόν της ευτυχίας. Στην περίπτωση του βιβλίου μάλιστα το βλέπει ως κάθοδο μιας πέτρας από την κορυφή της ευτυχισμένης παιδικής ζωής, προς τον Θάνατο ενός εξέχοντος μέλους της κοινωνίας. Το βιβλίο πραγματικά με ταρακούνησε σε κάτι που ήδη ήξερα. Αν θέλετε να δείτε την μετάβαση της ζωής σας, επιτυχημένη ή αποτυχημένης, προς το θάνατο δεν έχετε παρά να κάνετε το κόπο ενός τρίωρου διαβάσματος.

ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

ΤΕΤΡΑΔΙΟ

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

Νικολάι Γκόγκολ-Το Παλτό

(Της Μαρίας Τσιακάλου)
Δύο άνθρωποι και εμμέσως ο Ντοστογιέφσκι μέσα από το ''υπόγειό'' του, με συνέστησαν στον Ακάκι Ακακίεβιτς Μπασμάτσκιν. Ήρωας του Γκόγκολ από το έργο του ''Το Παλτό''.Δημόσιος υπάλληλος που υποστηρίζει υποτακτικά σχεδόν το ρόλο του και αρνείται πεισματικά να τον απεκδυθεί. Αντιθέτως καθημερινά φορά το τριμμένο του παλτό και πηγαίνει στη δουλειά του. Εισπράττει τον εμπαιγμό και την κριτική των συναδέλφων του με συνειδητή αδιαφορία. Απόλυτα αφοσιωμένος στην αντιγραφή εγγράφων δεν υπάρχει τίποτε που να του αποσπά την προσοχή. Ώσπου μια μέρα ανακαλύπτει πως χρειάζεται καινούργιο παλτό,γιατί το παλιό πλέον δεν μπαλώνεται και ζει μονάχα για τη μεγάλη μέρα που θα το αποκτήσει. Επιτέλους τα καταφέρνει,αλλά η χαρά για τα εφήμερα κρατά λίγο,όσο μια αστραπή ή καλύτερα μια φωτοβολίδα. Έπειτα αναλαμβάνει δράση ο συγγραφέας. Ανοίγει το μοχλό της μυθοπλαστικής του μηχανής και παντρεύει το όνειρο και την πραγματικότητα με τον στοχασμό. Αν θέλετε να μάθετε πού μπορεί να οδηγήσει η εμμονή για κάτι πρόσκαιρο ή ασήμαντο, ίσως ''το παλτό'' του Γκόγκολ σας δώσει την πιο ικανοποιητική απάντηση. 
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

ΤΕΤΡΑΔΙΟ

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018

Βασίλης Ραφαηλίδης. Στοιχειώδης αισθητική.

(Του Γιάννη Κακούλη)
Να λοιπόν που ήρθε ο καιρός – και ίσως ν' άργησε και πολύ μάλιστα, γι' αυτό και τον τραβάμε από τα μαλλιά – να απομυθοποιήσουμε αυτό το “φοβερό” μυστήριο που κρύβεται πίσω από την τρομερή και μεγαλοπρεπή έννοια ΤΕΧΝΗ. Τι είναι λοιπόν αυτή η... Τέχνη; Ποια η σκοπιμότητά της; Για ποιο λόγο προέκυψε; Και αυτός ο... αυτός ντε, ο καλλιτέχνης (όπως συνηθίζουμε να τον αποκαλούμε), τι ακριβώς είναι; Να' ναι άραγε ένας κοινός άνθρωπος σαν όλους εμάς, ή μήπως κάτι σαν μάγος που στις φλέβες του ίσως και να κυλάει γαλάζιο αίμα, αντί για κόκκινο;...
Ερωτήματα αγαπητέ αναγνώστη – είτε αφελή, είτε χαζά, είτε σοβαρά – θα έχουν δημιουργηθεί σίγουρα μες το μυαλό σου – εφόσον σ' ενδιαφέρει ένα τέτοιο θέμα φυσικά – και διαβάζοντας το βιβλιαράκι αυτό θα παρατηρήσεις ότι απειράριθμα ερωτήματα σε σχέση με την Τέχνη, και κατ' επέκτασιν με την Αισθητική, προβλημάτισαν και παίδεψαν φιλοσόφους, επιστήμονες, καλλιτέχνες, τεχνίτες και ένα σωρό άλλους νοήμονες ανθρώπους, από τα πιο αρχαία χρόνια μέχρι και σήμερα. Μέσα απ' αυτό το βιβλίο λοιπόν, ο Ραφαηλίδης κάνει μια προσπάθεια – κατά τη γνώμη μου, με αρκετά επιδέξιο τρόπο, θα καταλάβεις παρακάτω τι εννοώ – να δώσει κάποιες στοιχειώδεις απαντήσεις πάνω σ' αυτά τα ζητήματα. Μα πιο πολύ κι απ' αυτό προσπαθεί να δώσει κατευθύνσεις για περαιτέρω μελέτη, μιας και το δοκίμιό του βασίζεται σε πλήθος αναφορών και μια εκτεταμένη βιβλιογραφία. 
Το ωραίο και σπουδαίο – κατά τη δική μου πάντα γνώμη – είναι πως προσεγγίζει το ζήτημα της Τέχνης και της Αισθητικής όχι μονόπλευρα και ξεκομμένα, αλλά μέσα από ποικίλες οπτικές γωνίες, ξεκινώντας χρονολογικά από την αρχαιότητα και φτάνοντας μέχρι τις πιο σύγχρονες απόψεις, κάνοντας δυνατές αναφορές και στον ίδιο τον κινηματογράφο καθώς και στο πως επηρέασε όλες τις άλλες τέχνες. 
Ένα ακόμα στοιχείο άξιο θαυμασμού είναι πως μέσα από ένα τέτοιο βιβλίο δοκιμιακού χαρακτήρα, το οποίο μάλιστα ασχολείται με ένα ζήτημα αν όχι απλά “βαρύ”, θα λέγαμε ασήκωτο, καταφέρνει όχι μόνο να μη μας κουράσει αλλά και να μας χαρίσει ένα ευχάριστο ταξίδι στο κόσμο της φιλοσοφικής σκέψης και γνώσης. Ο Ραφαηλίδης άλλωστε σ' αυτό το έργο αναλαμβάνει (ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός) ένα ρόλο παρουσιαστή μιας σειράς απόψεων και θεωριών διαφόρων μελετητών μα και της δικής του ερμηνείας των πραγμάτων φυσικά. Αν μέσα από αυτό το μικρό του βιβλίο προσπαθούσε να σε κατατοπίσει πλήρως, δίνοντας σου όλη τη γνώση στο πιάτο(πράγμα ακατόρθωτο φυσικά), θα καταντούσε ένα έργο βαρετό και σχεδόν απαίσιο – να ένα λάθος που κάνουν ως επί το πλείστον οι περισσότεροι βιβλιοπαρουσιαστές, αρθρογράφοι και συγγραφείς. Αποφεύγει συνειδητά να πέσει στην λούπα που πέφτουν οι περισσότεροι, οι οποίοι με την φλυαρία τους και την υπερπληροφόρηση που προσφέρουν στο κοινό, αφ' ενός το κουράζουν, και αφ' ετέρου δε του προσφέρουν τίποτε απολύτως στο κομμάτι της γνώσης (διπλό το κακό), πέρα από μια ζαλάδα κι ένα πονοκέφαλο (τόσο φτηνό μάλιστα, που ένα παυσίπονο αρκεί για να περάσει). Αντ' αυτού, ο Ραφαηλίδης από τον πρόλογο του βιβλίου κιόλας σου δίνει μια εκτεταμένη βιβλιογραφία πάνω στην οποία βασίστηκε η μελέτη του, έτσι ώστε αν εσύ έχεις τη φλόγα για μάθηση και περαιτέρω έρευνα και μελέτη, να έχεις όλο το υλικό και τις αναφορές στα χέρια σου για να προχωρήσεις. Μπορεί να ακουστεί υπερβολικό, αλλά αν τα περιμένεις αγαπητέ αναγνώστη όλα στο πιάτο, αυτό σημαίνει πως είτε δεν έχεις καμιά απολύτως όρεξη για γνώση (και πιθανόν να μη το γνωρίζεις ούτε εσύ ο ίδιος), είτε η σκέψη σου δεν έχει ωριμάσει και δεν έχει αυτονομηθεί, παραμένοντας εξαρτημένη από κατευθύνσεις και γραμμές που σου ορίζουν διάφοροι “τρίτοι”.

Κακούλης Ιωάννης, 
4. Χ. 2018, Θεσσαλονίκη
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

ΤΕΤΡΑΔΙΟ

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Γιάννης Ρίτσος. Η σονάτα του σεληνόφωτος

(Του Γιάννη Κακούλη)
H ποίηση έχει μια πολύτιμη – μοναδική θα λέγαμε – ιδιότητα που την καθιστά εξ’ ολοκλήρου οικουμενική. Αυτή η ιδιότητα είναι το να μιλάει συγχρόνως για τα πάντα και να απευθύνεται σε όλους, δίχως να λογαριάζει εθνικούς, φυλετικούς, θρησκευτικούς, πολιτικούς, ιδεολογικούς και άλλους φραγμούς. 
Το ποίημα του Ρίτσου, η σονάτα του σεληνόφωτος, είναι από τα πιο απτά παραδείγματα αυτής της βασικής και πολύτιμης ιδιότητας της ποίησης – δεν εννοούμε φυσικά πως είναι και το μοναδικό παράδειγμα, αλίμονο! Ο Ρίτσος επιλέγει να περιστρέψει ολόκληρο το ποίημά του γύρω από ένα θέμα που τόσο απασχόλησε ποιητές και φιλοσόφους από τα πιο αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα: αυτό της διαδοχής κάθε τι παλιού από κάτι νέο, κάτι καινούργιο. Θα ήταν όμως κρίμα αγαπητέ αναγνώστη να περιορίσεις αυτή την φυσική αλήθεια σε μονοσήμαντους δρόμους, αποκόπτοντας την από αυτήν ακριβώς την οικουμενική της διάσταση. Θα ήταν πραγματική αδικία. Αυτή η αρχή της διαδοχής αποτελεί μια από τις βασικές και ακλόνητες αρχές – θα λέγαμε σωστότερα, νόμους – της ίδιας της φύσης. Διότι αλήθεια, που ακριβώς στη φύση υπάρχει αθανασία; Πουθενά! Ούτε υπήρξε, ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ. Η έννοια του «άφθαρτου» είναι μια σαπουνόφουσκα που δεν έχει καμιά υπόσταση. Το κάθε τι ακολουθεί το δρόμο του ο οποίος κάποτε είναι απολύτως φυσιολογικό να τελειώσει. Ο θάνατος είναι τόσο φυσιολογικός όσο φυσιολογική είναι η γέννηση. Το ένα έχει ανάγκη από το άλλο για να υπάρξει. Μπορεί η ιδέα του θανάτου – οποιουδήποτε θανάτου, κοινωνικού, βιολογικού, ψυχολογικού – να φαντάζει κάτι το τόσο μακάβριο, ωστόσο πιθανόν να είναι η αφορμή για μια καινούργια γέννηση. Αλλά προκειμένου να φτάσουμε σε μια τέτοια συζήτηση, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε πως η αιωνιότητα δεν υπήρξε ποτέ και για κανέναν. Ακόμα και η «αθάνατη» αρχαία ελληνική τραγωδία που τόσο αρέσει στους βλάκες να περιφανεύονται πως κατάφερε κι επέζησε μέχρι τη σήμερον ημέρα, ας σημειώσουμε πως είχε θαφτεί για πάνω από χίλια χρόνια από την γέννηση της και ανασύρθηκε από την αφάνεια κάπου κατά την αναγέννηση. (βλ. Β. Ραφαηλίδη, «Στοιχειώδης αισθητική»). Μέσω της γέννησης, κάθε τι αρχίζει τον προορισμό του, και μέσω του θανάτου τον ολοκληρώνει – είτε μιλάμε για άνθρωπο, είτε για πνευματικό έργο, είτε για κάποιο φυσικό αντικείμενο, είτε για μια ολόκληρη κοινωνία, είτε για κάποιο κοινωνικό σύστημα, είτε για τα ίδια τα στοιχεία της φύσης! Βλέπεις λοιπόν αναγνώστη, πόσα πολλά πράγματα και ιδέες μπορεί να αγκαλιάσει ένα και μόνο ποιητικό έργο, όπως η σονάτα του σεληνόφωτος, βασιζόμενο σε μια και μόνο αρχή της ίδιας της φύσης , αποκτώντας άπειρες διαστάσεις  όπως  κοινωνική, υπαρξιακή, φιλοσοφική κ.ο.κ. 
Έτσι λοιπόν ο συγγραφέας, φορώντας κι αυτή τη φορά το ανάλογο προσωπείο που επιθυμεί – το συνήθιζε συχνά αυτό, να μεταμφιέζεται μέσω της ποίησης του και να φτιάχνει έργα γραμμένα σε α’ πρόσωπο, ένα είδος θεατρικού μονολόγου – μας αποκαλύπτει λοιπόν πόσο σκληρό, πόσο βασανιστικό είναι να φτάνει ένας άνθρωπος στο σημείο να ζει όχι αλλιώς παρά μόνο μέσα από τις αναμνήσεις του, μέσα από κρυφά και ανεκπλήρωτα όνειρα και απωθημένα. Ο έρωτας, αυτός που απασχόλησε επίσης στρατιές ποιητών, έρχεται να πάρει τη θέση που του αξίζει μέσα στο ποίημα. Όμως δεν πρόκειται για έναν έρωτα νεανικό, ανάμεσα σε δυο νέους φλογισμένους ανθρώπους. Πρόκειται για την κρυφή λαχτάρα κάποιου ανθρώπου που μεγαλώνει, κάποιου ανθρώπου που η πορεία του διαγράφεται με χοντροκομμένες γραμμές πάνω στο χρόνο, προς το νέο στοιχείο που είναι απέναντί του όλο ζωντάνια και νιότη που μόλις τώρα δα ανθίζει. Προσπαθεί με νύχια και με δόντια να αντισταθεί σ' αυτή τη φυσική ροή – εξέλιξη των πραμάτων, δίχως ωστόσο να το καταφέρνει. Απέναντι ακριβώς βρίσκεται εκείνο που κάποτε ήταν παρόν και τώρα πια είναι παρελθόν. Και ίσως αυτή η έντονη αντίθεση που αγγίζει τους τόνους του μαύρου και του άσπρου είναι που κάνει τη σκηνή ακόμα πιο σκληρή. Αν ωστόσο αγαπητέ αναγνώστη προσέξεις λιγάκι περισσότερο, θα δεις πάνω σ’ αυτούς τους σκληρούς τόνους μια ανεπαίσθητη γαλάζια απόχρωση. Είναι αυτή του φεγγαρόφωτου. Και ίσως αυτή η λεπτομέρεια να είναι που καθιστά το έργο αυτό πολύτιμο και πραγματικά θα άξιζε να μείνει αθάνατο, αν και το πρόβλημα δεν είναι να κερδίσει την αθανασία του σκονισμένου ραφιού της παλαιάς συλλογής της βιβλιοθήκης, αλλά την αθανασία στη μνήμη των ανθρώπων.  Αυτό όμως η ίδια η ιστορία μας αποδεικνύει πως είναι αδύνατο. 
Κακούλης Ιωάννης, 
Θεσσαλονίκη, 13. ΙΧ. 2018
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

ΤΕΤΡΑΔΙΟ

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Νίκος Τσιφόρος. Εμείς και οι Φράγκοι.

(Του Δημήτρη Αμπατζόγλου).
Από την εποχή του σχολείου μάθαμε να γιορτάζουμε την Ίδρυση του “Έθνους” με βάση την απελευθέρωση του από τον Οθωμανικό Ζυγό. Λογικό για μια χώρα που τιμά την ιστορία της με δυο μέτρα και δύο σταθμά. Πριν την Τουρκοκρατία υπάρχει όμως μια πιο βρώμικη περίοδος με πιο βάρβαρους κατακτητές. Αυτοί ήρθανε από την “Πολιτισμένη” Ευρώπη. Φυσικά η ιστορία γράφεται από τους νικητές ή σ’ αυτήν την περίπτωση από τους αυλικούς τους. Η Φραγκοκρατία που ξεκινά το 1204 και τυπικά τελειώνει το 1453, είναι αυτή που σακάτεψε ότι είχε απομείνει από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το γνωστό σ’ εμάς Βυζάντιο. Και λέω το ”ότι είχε απομείνει” γιατί η ίδια η άρχουσα τάξη φρόντισε να καταστρέψει τον λαό με τους υπερβολικούς της φόρους (όπως και σήμερα). Φυσικά ο λαός αδιάφορος και δειλός(καλή ώρα ) δεν αντέδρασε καθώς στο μεγάλο του ποσοστό είχε μετατραπεί σε έναν όχλο ζητιάνων (σήμερα τους λέμε δικαιούχους επιδομάτων). Εκεί έρχεται ο μάστορας της Ιστορίας ο μπάρμπα Νίκος να μας δώσει με την σατυρική του πένα αυτό που όλοι μέχρι σήμερα κάνουν πως δεν το βλέπουν. Την κυκλική ροή των ιστορικών γεγονότων.
Το Βιβλίο μας ξεκινά με την είσοδο των Λατίνων στην Κωνσταντινούπολη κατά την Δ’ Σταυροφορία. Τα πρώτα κεφάλαια αναφέρονται φυσικά στην παρακμή του Βυζαντίου και την αδυναμία των αυτοκρατόρων να διατηρήσουν την παλαιότερη κρατική δομή. Εξηγεί την φθορά που προκαλεί η εκάστοτε άρχουσα τάξη που στην προσπάθεια της να εξασφαλίσει ατομικό κέρδος διαλύει ακόμα και την έννοια του έθνους. Αν το αντιπαραβάλουμε με το σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε πως αν ψάχνουμε για προδότες σε δύο σημεία μπορούμε να τους βρούμε. Στους επιχειρηματικούς συλλόγους και στις γραμματείες των υπουργείων. Το παράδοξο είναι ότι η κεντρική εξουσία όπως την περιγράφει ο συγγραφέας δείχνει περισσότερη συμπόνια προς τον λαό από τους τοπικούς άρχοντες. Αλλά αυτό ποτέ δεν είναι αρκετό ώστε να κρατήσει τον κοινωνικό ιστό. Ένα ακόμα δεδομένο που μας δίνεται είναι πως οι νέοι ηγεμόνες αρχίζουν να συμπεριφέρονται όπως οι προκάτοχοι τους. Όσοι μιλάνε για “επενδύσεις” με ξένα κεφάλαια (η νέα μορφή κατάκτησης) ας το έχουν στο μυαλό τους. Ο λαός κάποια στιγμή αντιδρά και σε κάποιες περιπτώσεις παίρνει την κατάσταση στα χέρια του. Όλα αυτά περιγράφονται με έναν εύθυμο τρόπο που δίνει την αίσθηση ότι ο καυγάς του καφενείου και οι ένδοξες μάχες δεν διαφέρουν τόσο όσο νομίζουμε. Η συρραφή βιογραφιών είναι μέσα στο κείμενο μια ηθικοπλαστική μελέτη που αξίζει την προσοχή μας.
Το “Εμείς και οι Φράγκοι” είναι ένα ευχάριστο ταξίδι την Λατινοκρατία. Μπορείτε να το διαβάσετε για να έχετε κάποιες ώρες γέλιου και διασκέδασης. Αν το προσεγγίσετε ιστορικά τότε θα είναι το σκαλοπάτι για να διεξάγετε μια έρευνα που πολλοί ιστορικοί δεν θα κατάφερναν να σας δώσουν. Όταν το διάβασα βρήκα πηγές που ουσιαστικά μου έδωσαν τον σημερινό τρόπο σκέψης μου. Ο Σκοπός του συγγραφέα είναι να κάνει την ιστορική επιστήμη βατή στον όχι και τόσο εκλεπτυσμένο αναγνώστη. Είναι το εφαλτήριο για μια ουσιαστική, ζωντανή παιδεία, που σε κανένα σχολείο δεν μπορείτε να βρείτε.
Το βιβλίο όπως κάθε βιβλίο του συγκεκριμένου συγγραφέα υπάρχει μόνο στις σοβαρές δανειστικές βιβλιοθήκες. Αν θέλετε να το αγοράσετε (αξίζει τα λεφτά του) μπορείτε να ξεκινήσετε μια έρευνα από εδώ
ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

ΤΕΤΡΑΔΙΟ

Χάουαρντ Φίλιπ Λάβκραφτ – Η μουσική του Έριχ Τσαν.

(Του Δημήτρη Αμπατζόγλου) Δεν θυμάμαι αν σας έχω αναφέρει ότι η επαφή μου με τον Χάουαρντ Φίλιπ Λάβκραφτ ήταν λίγο πριν από την στρατιωτ...